5.54 το πρωί, ώρα Λονδίνου. Με μια κούπα στο χέρι φυσάω το ζεστό τσάι μπας και λάβει πόσιμη θερμοκρασία. Θα μου πεις, “τι κάνεις τέτοια ώρα ξύπνιος;”. Θα σου πω “περιμένω την ανατολή της πρώτης μέρας του χρόνου”.
Κάποτε το πρώτο πρωινό με έβρισκε να χαζεύω τη θάλασσα στον όρμο της Βουλιαγμένης. Φέτος, περιμένω το πρώτο φως να εμφανιστεί πίσω από τους ουρανοξύστες του City. Τα κοράκια που κατοικοεδρεύουν στον κρυφό κήπο της γειτονιάς έχουν από ώρα αποσυρθεί. Ευτυχώς γιατί το κράξιμο τους με ανατριχιάζει. Από μικρή ηλικία είχα συνδυάσει τη μορφή τους με τον ερχομό του θανάτου και του τέλους. Καταραμένη λαϊκή κουλτούρα.
Προσπαθώ να ανάψω ένα τσιγάρο, αλλά τα σπίρτα σπάνε στα χέρια μου. “Χαλάρωσε τα δάχτυλα σου”, μου έλεγε ο παππούς μου, “και με μια γοργή κίνηση τρίψε το πάνω στην τραχιά επιφάνεια για να ανάψει”. Μυρωδιά από φώσφορο και στιγμιαία ζέστη. Και αυτός ο ήχος της φλόγας που δυναμώνει και γεμίζει το άδειο δωμάτιο. Ένα στρώμα στο πάτωμα και δυο πρόχειρα ρούχα πεταμένα, από εκείνα που φοράς μόνο στο σπίτι. Φθαρμένα στους αγκώνες και στα γόνατα. Βολικά άνετα κουρέλια που ποτέ δεν αποχωρίζεσαι. Α! Και τις χοντρές, τρύπιες κάλτσες. Ίσως αυτό να προσδοκώ το 2012′ την άνεση, είτε αυτή είναι οικονομική, είτε πνευματική που ως άλλα εργαλεία θα μου δίνουν το ελεύθερο να κάνω όλα όσα θέλω. Και αγαπή. Πολλή αγάπη. Όσο και να τα βρίσκεις με τη μοναξιά σου, το περίσσευμα σε κουράζει. Βαρύ φορτίο.
Άντε ήλιε βγες. Κουράστηκα να διαγράφω τις απουσίες σου.