Εδώ και ώρα, δίπλα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, βρίσκεται ένα βιβλίο ανοιχτό. “Electricity Made Visible” αναγράφεται στον τίτλο του κεφαλαίου στη σελίδα 27. “Άλλο ένα δοκίμιο για την αρχαιολογία των μέσων” σκέφτομαι σχεδόν ψυθιριστά με τη φωνή του μυαλού.
Αν και Σάββατο βράδυ, στο δρόμο επικρατεί μια πρωτόγνωρη ηρεμία. Εντύπωση μου προκαλεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα [2.25] καμία σειρήνα ασθενοφόρου ή περιπολικού δεν έχει ηχήσει. Ήρεμο, μεταμεσονύχτιο Λονδίνο. Στο νου έχει ξεσπάσει τρικυμία. Μια ζωή αντίθετος. Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
Ξυρίστηκα σήμερα, μετά από δύο μήνες. Άφησα μουστάκι. Όχι από άποψη. Από ανία. Η σκέψη σου ήρθε στο μυαλό μου. Ξέρω ότι θα γέλαγες υστερικά αν με έβλεπες. Θα γέλαγες με την ψυχή σου. Πάντα αντιμετώπιζα το σώμα μου κωμικά. Αυτοσαρκαζόμουν για να είσαι εσύ καλά όταν η διάθεση σου χτυπούσε πάτο. Ωραίες εποχές γεμάτες δοτικότητα, έστω και αν αυτή ήταν μονόπλευρη. Είχα απόθεμα και για τους δυο μας. Μέχρι που κάποια στιγμή δεν είχα άλλο.
Πλέον έχω μόνο για μένα. Ποτέ δεν θα σε συγχωρήσω για αυτό. Δεν ήξερα όμως τη δύναμη μου. Πίστευα ότι δεν θα τα κατάφερνα. Με χόρεψες στο ταψί, αλλά να θυμάσαι πως όταν αποκτήσεις συνείδηση τότε θα ξεκινήσει και ο δικός σου χορός με αναδρομικούς σκοπούς για να ξεχρεώσεις τα χιλιόμετρα που έκλεψες από την πίστα της ζωής. Οι σβούρες δεν θα έχουν σταματημό. Θα με θυμηθείς. Θα με βρίσεις από μέσα σου. Θα πεις ότι εγώ φταίω. Ότι σε καταράστηκα. Ποτέ δεν θα μπορούσα να σε καταραστώ. Ποτέ δεν θα μπορούσα να σε βλάψω. Για αυτό το λόγο έφυγα. Γιατί δεν μπορούσα να σου κάνω κακό.
Τώρα; Τώρα, απλά δεν με απασχολείς. Ούτε το πρόσωπο σου δεν θυμάμαι πια. Μόνο όταν επουλώνω τις πληγές μου, θυμάμαι το πως ήταν να είμαι μαζί σου. Τίποτα παραπάνω. Τίποτα λιγότερο. Και όταν οι πληγές κλείσουν για τα καλά, τότε θα πάψεις να υπάρχεις.