Μην ψαρώνεις. Μην το χάνεις. Κρατήσου. Εδώ δεν είναι χώρος σοβαρής ανάλυσης, αλλά τόπος χαοτικός ‘ ένα βαρέλι δίχως πάτο. Αν το βρεις, βουτάς. Αν πάλι όχι, παραμένεις στην επιφάνεια. Εκεί που η σάρκα είναι βιτρίνα. Νοήμα. Σημασία. Ανάγκη και προσοχή. Θα σπάσεις και θα πέσεις στο τέλος, γιατί ο εγωισμός σου δεν θα σε αφήσει σε ησυχία. Δεν θα ηρεμήσεις ποτέ. Όπως λένε και οι δραστήριοι ηλικιωμένοι, θα ξεκουραστούμε μόνο όταν πεθάνουμε. Μέχρι τότε, ζωή.
#494
Μην ρωτάς πολλά. Οδεύουμε πανηγυρικά προς τη δεύτερη μέρα του 2012.
2012. Πατάω τα “άντα”. Και ακόμα ζω με το όνειρο της απόλυτης ανεξαρτησίας. Υπάρχει όμως ή αυτή αποτελεί άλλη μια παραπλάνηση του συστήματος που υπολογιζεί τα πάντα, ακόμα και την αντίσταση; Δεν ξέρω. Δεν ξέρεις. Κανείς μας δεν ξέρει. Δεν υπάρχει τίποτα. Απολύτως. Καμία σιγουριά. Μόνο η ψευδαίσθηση της άνεσης που μας στροβιλίζει γύρω από τους πυλώνες που φωτίζουν τα “σημαντικά” επί της γης. Μαλακίες, έτσι για να περνάει η ώρα.
Για μέρες έχω να μιλήσω σε άνθρωπο. Όχι να συναντήσω. Να μιλήσω. Οι λέξεις που εμφανίζονται τώρα μπροστά σου είναι οι σκέψεις μου έτσι όπως εμφανίζονται στο νου. Ούτε που τολμώ να τις ξεστομίσω γιατί έχω επίγνωση της απώλειας κάθε μέτρου και συνοχής. Τέτοιες ώρες η συνοχή φαντάζει πολυτέλεια. Όχι. Λάθος. Τέτοιες ώρες η συνοχή είναι κόπος. Διάβαζα σήμερα πως το μυαλό χρειάζεται ξεκούραση. Πρέπει να ξεχνά. Να φιλτράρει και να αποτυπώνει σε λογικούς ρυθμούς. Και θα μου πεις τώρα “ποιος τους ορίζει τους ρυθμούς;”. Τι να σου πω; Μάλλον, εσύ, εγώ, εσύ και εγώ. Όλοι μας.
#493
5.54 το πρωί, ώρα Λονδίνου. Με μια κούπα στο χέρι φυσάω το ζεστό τσάι μπας και λάβει πόσιμη θερμοκρασία. Θα μου πεις, “τι κάνεις τέτοια ώρα ξύπνιος;”. Θα σου πω “περιμένω την ανατολή της πρώτης μέρας του χρόνου”.
Κάποτε το πρώτο πρωινό με έβρισκε να χαζεύω τη θάλασσα στον όρμο της Βουλιαγμένης. Φέτος, περιμένω το πρώτο φως να εμφανιστεί πίσω από τους ουρανοξύστες του City. Τα κοράκια που κατοικοεδρεύουν στον κρυφό κήπο της γειτονιάς έχουν από ώρα αποσυρθεί. Ευτυχώς γιατί το κράξιμο τους με ανατριχιάζει. Από μικρή ηλικία είχα συνδυάσει τη μορφή τους με τον ερχομό του θανάτου και του τέλους. Καταραμένη λαϊκή κουλτούρα.
Προσπαθώ να ανάψω ένα τσιγάρο, αλλά τα σπίρτα σπάνε στα χέρια μου. “Χαλάρωσε τα δάχτυλα σου”, μου έλεγε ο παππούς μου, “και με μια γοργή κίνηση τρίψε το πάνω στην τραχιά επιφάνεια για να ανάψει”. Μυρωδιά από φώσφορο και στιγμιαία ζέστη. Και αυτός ο ήχος της φλόγας που δυναμώνει και γεμίζει το άδειο δωμάτιο. Ένα στρώμα στο πάτωμα και δυο πρόχειρα ρούχα πεταμένα, από εκείνα που φοράς μόνο στο σπίτι. Φθαρμένα στους αγκώνες και στα γόνατα. Βολικά άνετα κουρέλια που ποτέ δεν αποχωρίζεσαι. Α! Και τις χοντρές, τρύπιες κάλτσες. Ίσως αυτό να προσδοκώ το 2012′ την άνεση, είτε αυτή είναι οικονομική, είτε πνευματική που ως άλλα εργαλεία θα μου δίνουν το ελεύθερο να κάνω όλα όσα θέλω. Και αγαπή. Πολλή αγάπη. Όσο και να τα βρίσκεις με τη μοναξιά σου, το περίσσευμα σε κουράζει. Βαρύ φορτίο.
Άντε ήλιε βγες. Κουράστηκα να διαγράφω τις απουσίες σου.
#492
Δεν γράφω όπως παλιά. Ίσως να μην επιστρέψω ποτέ σε εκείνη την αέναη παραγωγή κειμένων επί παντός επιστητού. Μην με ρωτάς γιατί. Μην προτρέχεις σε συμπεράσματα για τη χαμηλή νοημοσύνη μου.
Όσο μεγαλώνεις και τα χρόνια περνάνε από πάνω σου σαν κύματα που σε ξεβράζουν στην αμμουδιά της ωριμότητας – θεωρητικά πάντα, τα ενδιαφέροντα σου αλλάζουν. Όχι πως γίνονται πιο σοβαρά ή καλύτερα. Αυτή η κλίμακα δεν εφαρμόζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Γίνονται όμως πιο συγκεκριμένα και κάποιες φορές πιο ανάλαφρα, διότι συνειδητοποιείς το βάρος της καθημερινότητας στους ώμους σου και χρειάζεσαι βοήθεια για να το κουβαλήσεις. Δεν είναι Γολγοθάς για όλους, αλλά ακόμα και για εκείνους που έχουν τα βασικά προβλήματα τους λυμένα εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα.
Βαθμοί, κλίμακες, κατηγοριοποιήσεις. Μέσα από τη σύγκριση αναζητάμε την ανακούφιση. Προσωρινά. Μέχρι να έρθει ο επόμενος συγκριτικός παράγοντας για να μας ταρακουνήσει το σύννεφο και να μας ρίξει πάλι στη Γη. Δύσκολο να βρεις τον εαυτό σου ανάμεσα σε άλλους. Χάνεσαι. Εξαφανίζεσαι. Σε ράβει η κοινωνία πάνω στο αστικό ύφασμα με ατσάλινη κλωστή και φθείρεσαι. Στερεότυπα και προσδοκίες. Κανονικότητα. Ο πολιτισμικός μονόκερως. Μάχες με τις λέξεις και το πνεύμα. Ποιος θα νικήσει; Εκείνος που «λάμπει», γιατί οι υπόλοιποι πολεμούν στις λάσπες με σκισμένα ρούχα. Σε τελική ανάλυση δεν χρειάζεσαι και πολλά.
#491
Θαρρώ πως πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που κατάφερα να γράψω με ανέμελο νου. Σε κάποιο σημείο της πορείας άρχισαν να μπαίνουν οι συμβιβασμοί στη γραφή, ένα είδος ατομικής λογοκρισίας που πετσόκοβε λέξεις πριν ακόμα εκείνες μεταμορφωθούν σε κινήσεις των δαχτύλων.
Το ταλέντο άρχισε να πηγαίνει βόλτες σε άλλα μυαλά και εγώ έπεσα στην κατάντια της ατολμίας. Προτιμούσα τη διατήρηση μιας άσπιλλης εικόνας παρά τη λάσπη του πειραματισμού. I played it safe. H μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια για μένα.
Ήρθα στο Λονδίνο περιμένοντας να συνεχίσω το ασφαλές μου παιχνίδι, αλλά το τραπέζι γύρισε ανάποδα. Στην αρχή νόμιζα πως έφταιγε το πρόγραμμα σπουδών μου, μετά όμως κατάλαβα πως το πρόβλημα ήμουν εγώ. Φοβόμουν να ξεβολευτώ, να δοκιμάσω και να πειραματιστώ τόσο με τον εαυτό μου όσο και με τον κόσμο που με περιβάλλει. Μέχρι που γνώρισα έναν άνθρωπο που με έφερε αντιμέτωπο με όλα αυτά που φοβόμουν. Ακόμα φοβάμαι, απλά τώρα δεν αφήνω το φόβο να με κερώσει.
Κάθε μέρα και ένα νέο μάθημα. Κοντεύω 29 χρονών και αν με ρωτήσεις ποιος είμαι θα σου απαντήσω πως δεν ξέρω. Το μόνο σίγουρο είναι πως με λένε Ηλία. Τα υπόλοιπα είναι διαδικασίες.
